Αγαπητοί φίλοι και συνεργάτες, με μεγάλη χαρά σας καλωσορίζουμε στο Εργαστήριο Τηλεκπαίδευσης του Τμήματος Πληροφορικής της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας! Βρισκόμαστε πάντα στη διάθεσή σας και μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μας μέσω της σελίδας "Επικοινωνία". Ευχαριστούμε!

«Η σβήστρα» … | της Μαρίας Φωτιάδου

Από μικρό παιδί με μάγευαν οι μυρωδιές των καινούργιων σχολικών ειδών. Ξεφύλλιζα τα καινούργια τετράδια και τα ‘φερνα κοντά στη μύτη μου να χορτάσω τη μυρωδιά τους. Έμενα έκθαμβη στη θέα της τέλεια ξυσμένης μύτης των κιτρινόμαυρων μολυβιών κι όταν φαγωνόταν από το γράψιμο, τρελαινόμουν να τα ξύνω για να πετύχω ξανά την τέλεια μύτη. Οι σβήστρες δεν με εντυπωσίαζαν ιδιαίτερα, μιας και όλοι είχαμε την κλασική πρασινοκόκκινη, ώσπου μια μέρα όλα ανατράπηκαν. Σαν σταρ του σινεμά εμφανίστηκε στο θρανίο ενός συμμαθητή μια αρωματισμένη σβήστρα-λαγουδάκι! Έχασα τα λογικά μου! Τι μυρωδιά θεϊκή ήταν αυτή που ανέδιδε κάθε φορά που ο συμμαθητής μου έσβηνε με επιμέλεια τα λάθη του. Σκέτη πρόκληση! Την είχα ερωτευτεί! Έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει δική μου! Και το κανα! Την έκλεψα!
Το απόγευμα, περιχαρής, άρχισα να μελετώ και να γράφω τις εργασίες της επόμενης μέρας. Κι όλο έσβηνα κι έσβηνα, δήθεν να βελτιώσω τα γράμματά μου κι ολοένα αναδυόταν αυτή η μαγική μυρωδιά κι εκστασιαζόμουν.
«Πού την βρήκες αυτή τη σβήστρα;»
Η φωνή της μαμάς μ’ έβγαλε απότομα από το όνειρο που ζούσα. Επιστράτευσα ό ΄τι διέθετα από υποκριτική τέχνη και απάντησα απολύτως φυσιολογικά … «τη βρήκα».
«τη βρήκες, έτσι .. και πού τη βρήκες;»
Τα πράγματα δυσκόλευαν.
«τη βρήκα πεταμένη στην αυλή του σχολείου» απάντησα με τη μεγαλύτερη δυνατή φυσικότητα.
«Ντύσου» μου λέει.
«Και πού θα πάμε;» ρωτάω αμήχανη. Δεν απάντησε. Ο λόγος της μάνας ήταν νόμος. Μια μάνα που δούλευε νυχθημερόν στον αργαλειό για την επιβίωση της πολυμελούς μου οικογένειας. Ντύθηκα, με πήρε από το χέρι και με πήγε στην κομμώτρια της γειτονιάς.
«κούρεψέ την» της λέει.
«Πώς να την κουρέψω, κ. Χρυσάνθη;»
«αγορίστικα»
Η κομμώτρια, η κ. Ματούλα, τα έχασε. «Μα έχει τόσο ωραία μαλλάκια και δεν έχει και ψείρες και της πηγαίνουν τόσο πολύ τα μακριά μαλλάκια».
Άδικος ο κόπος της κ. Ματούλας. Έβλεπα τις στιλπνές τούφες των μαλλιών μου να πέφτουν απαλά στο πάτωμα και μαζί τους να φυλλορροεί η γοητεία και η αξιοπρέπειά μου. Με σκυμμένο κεφάλι και κρατώντας το χέρι της μαμάς γυρίσαμε αμίλητες στο σπίτι.
Ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Με πήρε από το χέρι και πήγαμε μαζί σχολείο. Με οδήγησε στο γραφείο του διευθυντή. Το και το του λέει. Η κόρη μου έκλεψε μια σβήστρα και θέλω να το ανακοινώσετε το πρωί μετά την προσευχή. Ο διευθυντής κατάλαβε το θέμα, είδε και το καινούργιο μου λουκ και με διακριτικό τρόπο προσπάθησε να την πείσει ότι «αυτός δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος συμμόρφωσης των μαθητών που υποπίπτουν σε λάθη και ότι το παιδί σας είναι ένα τόσο καλό παιδί και δεν πρέπει να είμαστε τόσο αυστηροί, παιδιά είναι, κάνουν λάθη, δεν είναι σωστό να τα προσβάλουμε ενώπιον όλων των μαθητών και θεωρεί ότι πήρα το μάθημά μου». Φυσικά, δεν έκανε καμία ανακοίνωση και φυσικά έκτοτε ανέβηκε στην εκτίμησή μου η δική μου κλασική σβήστρα, κι ας μη μύριζε θεϊκά.

Κοινοποίηση:

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.