Αγαπητοί φίλοι και συνεργάτες, με μεγάλη χαρά σας καλωσορίζουμε στο Εργαστήριο Τηλεκπαίδευσης του Τμήματος Πληροφορικής της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας! Βρισκόμαστε πάντα στη διάθεσή σας και μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μας μέσω της σελίδας "Επικοινωνία". Ευχαριστούμε!

«Μόρφωση και καλλιέργεια» … | της Μαρίας Φωτιάδου

Σηκώθηκε αξημέρωτα να φροντίσει τα ζωντανά, να ετοιμάσει πρωινό στα παιδιά, κολατσό για τον άνδρα της, πριν φύγει για τα χωράφια. Μια φτωχή αγροτική οικογένεια που τα φερνε δύσκολα πέρα. Οι υποχρεώσεις πολλές. Η μεγάλη κόρη σπούδαζε δασκάλα, η δεύτερη τελείωνε το Λύκειο και ήθελε να γίνει δικηγόρος. Το στερνοπαίδι της, στην πρώτη γυμνασίου, της βγήκε αλλιώς. Ζωηρός, σαματατζής και δεν τα « παιρνε» και τα γράμματα. Σ΄ αυτό της είχε μοιάσει. Και κείνη δεν τα «παιρνε», γι’ αυτό εγκατέλειψε το σχολείο στη Δευτέρα γυμνασίου και μετά δυο χρόνια παντρεύτηκε. Χθες της τηλεφώνησαν από το γυμνάσιο. Ο γιος της χτύπησε έναν συμμαθητή του κι έπρεπε να πάει για ενημέρωση από τον υπεύθυνο φιλόλογο της τάξης τον κ. Τάδε.
Ο κ. Τάδε, άγαμος, γύρω στα 55, ψηλός, καχεκτικός, απρόσιτος σε μαθητές και συναδέλφους. Δίδασκε δέκα χρόνια σ αυτό το γυμνάσιο της περιφέρειας και παρ’ όλο που είχε τη δυνατότητα να μετατεθεί σε σχολείο της πόλης, δεν έκανε ποτέ του αίτηση. Σε κάθε συνεδρίαση του συλλόγου διδασκόντων ή σε συζητήσεις με συναδέλφους του, μεμφόταν το χαμηλό επίπεδο των μαθητών που το απέδιδε στο φτωχό, αμόρφωτο, αγροτικό περιβάλλον. «Αμόρφωτοι γονείς, τι να περιμένει κανείς. Αδιαφορούν για την επίδοση των παιδιών τους. Τι παραστάσεις να έχουν αυτά τα παιδιά, ενώ τα παιδιά στην πόλη είναι εντελώς διαφορετικά». Οι μομφές εναντίον του αμόρφωτου περιβάλλοντος ήταν το προσφιλές του θέμα.
Μόλις τέλειωσε τις δουλειές της φόρεσε τα ρούχα της εκκλησίας. Φούστα, μπλούζα κι ένα παλτό που τα ξέφτια και οι κόμποι πρόδιδαν την ηλικία του. Έβαλε και τα καλά της παπούτσια με λίγο τακούνι και μύτες φαγωμένες. Έφτασε στο γυμνάσιο και κατευθύνθηκε στο γραφείο των καθηγητών. Χτύπησε με χτυποκάρδι την πόρτα, την μισάνοιξε διστακτικά και μια φωνή στο βάθος την καλούσε να περάσει. Καθισμένος σ΄ένα μεγάλο παλιό γραφείο ο κ. Τάδε της έκανε αδιόρατο νεύμα να πλησιάσει. Με τρεμάμενα βήματα πλησίασε το μεγάλο γραφείο, είπε ευγενικά μια καλημέρα που μόλις ακούστηκε, και αμήχανα έτεινε το χέρι της για χειραψία που έπεσε στο κενό. Ο κ. Τάδε ήταν σκυμμένος στα γραπτά του, σήκωσε το βλέμμα του και με παγερή αδιαφορία της ζήτησε να περιμένει μισό λεπτό. Το μισό λεπτό δεν τελείωνε και κείνη στεκόταν εκεί μπροστά του, κρατώντας σφιχτά τα χερούλια της τσάντας, ισορροπώντας πότε στο ένα και πότε στο άλλο πόδι και την καρδιά της να χτυπά δυνατά από το άγχος, το φόβο και το δέος που ένιωθε μπροστά σ’ αυτόν τον αυστηρό στα όρια της βλοσυρότητας καθηγητή.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να της απευθύνει το λόγο, δίχως να την κοιτάζει: «κ. Δείνα έχουμε μεγάλο πρόβλημα με το γιο σας. Ας αρχίσουμε με την επίδοσή του. Είναι αμελής, φυγόπονος και έχω εντύπωση ότι αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες. Πιθανόν να υπάρχει και θέμα διάσπασης προσοχής. Μονίμως δημιουργεί προβλήματα και διαπληκτίζεται με τους συμμαθητές του. Προσφάτως δε, χειροδίκησε εναντίον συμμαθητή του και εξαιτίας αυτής της απρεπούς συμπεριφοράς του επεβλήθη η ποινή της ωριαίας αποβολής. Λυπούμαι, όμως, αν σας δυσαρεστήσω! Θεωρώ ότι η ποινή αυτή ήταν άκρως επιεικής και για το λόγο αυτό πρότεινα την αποβολή του για μία ημέρα και η πρότασή μου έγινε αποδεκτή από το σύνολο των διδασκόντων».
Η κ. Δείνα κούναγε που και που το κεφάλι της. «Πόσο μορφωμένος είναι!» σκεφτόταν. Πόσες άγνωστες λέξεις! Όμως αισθανόταν άβολα. Δεν κατάλαβε σχεδόν τίποτε απ’ όσα της είπε, αλλά μάλλον δεν της έλεγε ευχάριστα πράγματα. «Σας ευχαριστώ πολύ» είπε μ ένα γλυκό χαμόγελο κι έφυγε.

Κοινοποίηση:

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.