Αγαπητοί φίλοι και συνεργάτες, με μεγάλη χαρά σας καλωσορίζουμε στο Εργαστήριο Τηλεκπαίδευσης του Τμήματος Πληροφορικής της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας! Βρισκόμαστε πάντα στη διάθεσή σας και μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μας μέσω της σελίδας "Επικοινωνία". Ευχαριστούμε!

«Στο ποτάμι» … | της Μαρίας Φωτιάδου

Γεμίζαμε τις μεγάλες κανίστρες με τα φρεσκοκουρεμένα μαλλιά που είχε αγοράσει η μαμά και γύριζα το πρόσωπο ν΄ αποφύγω τη αποπνιχτική δυσωδία της προβατίλας. Το ένα χερούλι η αδελφή μου, το άλλο εγώ. Κατηφορίζαμε στο ποτάμι όπου η μαμά μας περίμενε να συνεχίσει το πλύσιμο. Σ’ εκείνο το σημείο το νερό ήταν ρηχό, ίσα που έγλειφε το γόνατο. Οι γυναίκες, με ρόμπες παρδαλές, με ανασηκωμένα μέχρι τον αγκώνα τα μανίκια και μαζεμένα με μαντήλες τα μαλλιά τους, είχαν στήσει ένα συρμάτινο φράχτη και σκυμμένες ανάδευαν τα βρώμικα μαλλιά, που σιγά σιγά έπαιρναν ν’ ασπρίζουν, θολώνοντας το κρυστάλλινο νερό που κυλούσε απαλά. Οι γλώσσες τους ροδάνι. Έμπαινα με την αδελφή μου και πλέναμε και μεις να βοηθήσουμε, να τελειώσουμε νωρίτερα. Όταν κουραζόμουν, καθόμουν στην όχθη κι έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά. Παρακολουθούσαμε τα ψαράκια που κολυμπούσαν, βάζαμε τα χέρια στο νερό προσπαθώντας να τα πιάσουμε, μα αυτά ξεγλιστρούσαν σαν αστραπή. Τα πολύ μικρά δεν τα κατάφερναν και τόσο καλά. Τα κρατούσαμε για λίγο στην παλάμη και τ’ αφήναμε ξανά στο νερό. Μετά η μαμά φώναζε να κουβαλήσουμε.
Στοιβάζαμε τα πλυμένα μαλλιά στην κανίστρα, περιμέναμε λίγο να στραγγίσουν και παίρναμε το δρόμο της επιστροφής. Το βάρος ασήκωτο και οι παλάμες έκαιγαν. Παρακαλούσα την αδελφή μου για στάση και ο ήλιος να μας καίει ανελέητα. «Άντε, κουνήσου, θα βραδιάσουμε!». Νόμιζα ότι το χέρι μου θα ξεκολλούσε απ’ τον ώμο κι έγερνα. Φρέσκιες φουσκάλες ροδαλές εμφανίζονταν στις παλάμες κι έτσουζαν μόλις τις ακούμπαγα. «Ας σταθούμε λίγο ακόμη» την ικέτευα ξανά, «Έλα ν’ αλλάξουμε χέρι». Μου ΄κανε το χατίρι μιας και ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερη και πιο δυνατή. Φτάνοντας στον αυλόγυρο του δημοτικού σχολείου που ήταν δίπλα στο σπίτι μας τ’ απλώναμε στα σύρματα να στεγνώσουν και κατηφορίζαμε πάλι στο ποτάμι να ξαναγεμίσουμε την κανίστρα. «Μη ξανάρχεστε, τελειώσαμε». Περίμενα πώς και πως αυτή την εντολή της μαμάς! Ούφ! Φτου ξελευτερία!! Γύριζε και κείνη στο σπίτι κατάκοπη, βρεγμένη ως το κόκκαλο, φόραγε μια στεγνή ρόμπα και, χωρίς να πάρει δεύτερη ανάσα, ετοίμαζε να φάμε.
Την άλλη μέρα τα μαζεύαμε και τα τοποθετούσαμε στην πλακόστρωτη αυλή. Τότε ερχόταν και η γιαγιά να βοηθήσει. Αυτό ήταν το καλύτερό μου! Καθισμένες σε χαμηλά ξύλινα σκαμνάκια δίπλα δίπλα ξαίναμε τα μαλλιά και μου διηγούνταν ιστορίες από τότε που ήταν παιδί, ιστορίες για τον παππού, ιστορίες για τον πόλεμο. Απ΄ όλες, όμως, με συγκλόνιζε η ιστορία της κακιάς νύφης. Ήτανε, λέει, μια φορά ένας γιος που αγαπούσε πολύ τη μάνα του αλλά παντρεύτηκε μια κακιά γυναίκα που τη ζήλευε και του ζήτησε την καρδιά της, αν ήθελε να μείνει κοντά του. Με βαριά καρδιά εκείνος σκότωσε τη μάνα του, έβγαλε την καρδιά της και κρατώντας τη στα χέρια, για να την πάει στη γυναίκα του, σκόνταψε. Τότε άκουσε την καρδιά της μάνας να του μιλά και να τον ρωτά με αγωνία: «Χτύπησες γιόκα μου;» Προβληματιζόμουν. Δεν μου άρεσε αυτή η ιστορία. «Πώς γίνεται, γιαγιά, να μιλάει μια καρδιά;» «Τι της έκανε και ήθελε να τη σκοτώσει;» Με σκυμμένο κεφάλι, ξαίνοντας μηχανικά τα μαλλιά ανατρίχιαζα με τις εικόνες που έπλαθε η παιδική μου φαντασία και τότε ζήταγα επιτακτικά να μου πει καμιά άλλη ιστορία, περισσότερο… «κανονική».

Κοινοποίηση:

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.