Στρατηγικές διαχείρισης μη αποδεκτών συμπεριφορών στην τάξη

Κοινοποίηση:

Η σχολική τάξη είναι η μικρογραφία της κοινωνίας, ένα ψηφιδωτό ανθρώπινων τύπων που αλληλεπιδρούν, συγκρούονται και συμμαχούν, μαθαίνουν να ισορροπούν, οικοδομώντας σχέσεις εμπιστοσύνης, φιλίας και εξουσίας. Μέσα στο πλαίσιο αυτό είναι πιθανό να παρουσιαστούν στην καθημερινότητα της σχολικής ζωής καταστάσεις κρίσης που θα προκαλέσουν συναισθηματικές, μαθησιακές και διαπροσωπικές εντάσεις και δυσκολίες. Η σχολική τάξη συχνά γίνεται χώρος εκδήλωσης συμπεριφορικών προβλημάτων και ο εκπαιδευτικός καλείται όχι μόνο να τα διαχειριστεί αλλά και να λειτουργήσει ως θεραπευτικός παράγοντας.

Οι καταστάσεις αυτές αφορούν επεισόδια που μπορεί να περιλαμβάνουν διασπαστικές συμπεριφορές ποικίλης έντασης και σοβαρότητας (ο μαθητής δεν παρακολουθεί ή δεν εκτελεί εντολές, δεν φέρνει μαζί του το υλικό του ή δεν ετοιμάζει εργασίες) και ήπιες αντιδραστικές έως παραβατικές συμπεριφορές (συνομιλία με τον διπλανό, συστηματική απουσία από το μάθημα, συγκρούσεις και προστριβές -φανερές ή συγκεκαλυμμένες- με αποδέκτη τον εκπαιδευτικό, άσκηση σωματικής, ψυχολογικής και λεκτικής βίας σε συμμαθητές).

Οι γενεσιουργές αιτίες αυτών των συμπεριφορών μπορούν να αναζητηθούν σε εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες. Συγκεκριμένα, οι μαθητές συχνά αντιπαθούν το σχολείο. Αυτό προέρχεται από το έλλειμμα δημιουργικότητας, κριτικού προβληματισμού και διαλόγου που χαρακτηρίζει το βαθμοθηρικό και χρησιμοθηρικό σχολείο του σήμερα. Ταυτόχρονα, ο αυθορμητισμός, που χαρακτηρίζει τους νέους, και η άγνοια των κανόνων οδηγούν τους μαθητές να συμπεριφέρονται ασυλλόγιστα, καθώς δεν συνειδητοποιούν τις επιπτώσεις των πράξεών τους. Άλλες φορές η αιτία είναι το «παιχνίδι» της κοινωνικής κυριαρχίας. Μαθητές αμφισβητούν την εξουσία του καθηγητή ώστε να κερδίσουν την αναγνώριση από τους συμμαθητές τους. Ακόμα μπορεί να υιοθετούν ακατάλληλες συμπεριφορές αφού συμμορφώνονται προς τις επιταγές της ομάδας-«συμμορίας» για να νιώσουν αποδοχή.

Σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τους μαθητές ώστε να προχωρήσουν σε επεισόδια είναι επίσης τα πρότυπα συμπεριφοράς της οικογένειας και του σχολείου. Αν υπάρχει αντίφαση στους κανονισμούς που έχει θέσει η οικογένεια και το σχολείο, ο μαθητής μπερδεύεται. Αν στο οικείο του περιβάλλον έχει γνωρίσει τη βία, είναι πιθανόν να αναπαράγει «εκρηκτικές» συμπεριφορές και στο σχολικό χώρο. Παράλληλα, αξίζει να επισημανθεί ότι το χρόνιο άγχος, η χαμηλή αυτοπεποίθηση και η πίεση για σχολική επιτυχία πιθανόν να οδηγήσουν σε συναισθηματικές εντάσεις. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας ο μαθητής βιώνει μία σειρά από σωματικές, ψυχοσυναισθηματικές και πνευματικές αλλαγές που διαταράσσουν τη νόρμα του και βιώνει αισθήματα ανασφάλειας, η οποία με τη σειρά της πυροδοτεί την αντιδραστικότητα. Ακόμα μία μεταβλητή που διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο είναι το παιδαγωγικό προφίλ του εκπαιδευτικού, καθώς, αν ο τελευταίος ακολουθεί αυταρχικές μεθόδους, ερεθίζει το θυμικό του μαθητή, ενώ, αν διακρίνεται από ελευθεριάζουσες πρακτικές, κινδυνεύει να «χάσει την αυθεντία του» και μαζί με αυτή και το «παιχνίδι» μέσα στην τάξη.

Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, ο εκπαιδευτικός είναι βασικός συντελεστής για τη δημιουργία θετικής ατμόσφαιρας στο σχολείο. Αρχικά χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ότι είναι ο «ενορχηστρωτής» της ομάδας. Στην αρχή κάθε έτους θα πρέπει να προχωρά μαζί με τους μαθητές στη συμφωνία και σύνταξη ενός «κοινωνικού συμβολαίου της τάξης», το οποίο θα περιλαμβάνει τους κανόνες λειτουργίας της ( προσδιορισμός και υποχρέωση να φέρνουν όλοι το απαραίτητο για το μάθημα υλικό, έγκαιρη προσέλευση, πειθαρχία σε σχολικούς κανόνες, σεβασμός στην περιουσία του σχολείου και των άλλων κλπ.). Με αυτό τον τρόπο θα ικανοποιήσει και το περί δικαίου αίσθημα των παιδιών. Επιπλέον, ο καθηγητής είναι σπουδαίο να διατηρήσει το κύρος του, να έχει αυτοέλεγχο και να επιδεικνύει συνέπεια λόγων και έργων, σεβόμενος ο ίδιος πρώτα τους κανόνες που έχουν τεθεί, αντιμετωπίζοντας με ευγένεια τους συναδέλφους και τους μαθητές του και υιοθετώντας υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά για το μάθημα. Το κλίμα της τάξης θα πρέπει να είναι φιλικό, ενθαρρυντικό και δημιουργικό.

Βέβαια, το ζητούμενο είναι η πρόληψη των παραβατικών συμπεριφορών. Αυτό δεν είναι τόσο δυσεπίτευκτο έργο μιας και μικρές παιδαγωγικές τεχνικές, αν εφαρμόζονται καθημερινά στην τάξη, θα έχουν θετικά αποτελέσματα. Προτείνεται, συγκεκριμένα, οι άτακτοι μαθητές να κάθονται στα μπροστινά θρανία μαζί με τους επιμελείς και «καλούς». Να είναι ποιοτική η διδασκαλία με ξεκάθαρη διατύπωση των διδακτικών στόχων και να αξιοποιούνται εναλλακτικές μορφές διδασκαλίας και μάθησης , όπως η ομαδοσυνεργατική, το project, ο διάλογος, η χρήση σύγχρονων τεχνολογιών και η διδασκαλία σε άτυπα περιβάλλοντα μάθησης, που ελκύουν το ενδιαφέρον και μεγιστοποιούν τον χρόνο εμπλοκής των μαθητών στη διαδικασία της μάθησης. Ακόμα μπορεί να αναθέτει ο καθηγητής εργασίες που εκτονώνουν την ενεργητικότητα ή την πλήξη του μαθητή ( πχ να μοιράσει τις φωτοτυπίες ή να αναρτήσει τον χάρτη).

Στην ίδια κατεύθυνση υπάρχει μία αρχή ώστε να είναι η παρέμβαση επιτυχής: να διευθετούνται τα προβλήματα όσο είναι μικρά.  Ο παιδαγωγός οφείλει να γνωρίζει τον χαρακτήρα και τον τρόπο λειτουργίας του μαθητή και να έχει απαγκιστρωθεί από προκαταλήψεις και βεβιασμένες ή απλουστευτικές ερμηνείες της αταξίας. Να λειτουργεί προλαμβάνοντας και επεμβαίνοντας με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών για την αντιμετώπιση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς.

Γενικά να αναγνωρίζει και να ενθαρρύνει την αποδεκτή-επιθυμητή συμπεριφορά, ενθαρρύνοντάς τη με λεκτική ή μη λεκτική επικοινωνία. Για παράδειγμα, μπορεί να πει «Μπράβο» ή « Πολύ καλή προσπάθεια» ή να χαμογελάσει και να συγκατανεύσει επαινετικά. Η χρήση θετικών χαρακτηρισμών και δηλωτικών προτάσεων είναι θεμιτή ώστε να αποφεύγονται οι απαγορεύσεις, οι οποίες έχουν αντίστροφα αποτελέσματα. Να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον έπαινο, καθώς αυτός είναι γόνιμος όταν είναι φυσικός και αφορά συγκεκριμένα κατορθώματα.

Ο παιδαγωγός χρειάζεται να ακούει τη φωνή των παιδιών, καλλιεργώντας τον υγιή διάλογο μέσα στην τάξη και την ενεργή ακρόαση, χωρίς να περιορίζεται σε στείρες ηθικοπλαστικές ρητορείες. Να μην τηρεί αμυντική ή επιθετική στάση και να μη βιαστεί να επιβάλει ποινές για την ακατάλληλη συμπεριφορά και να αποδώσει ευθύνες. Να κατανοήσει τα αίτια της συμπεριφοράς του παιδιού, να ελέγξει και να διερευνήσει αν σε αυτή αντανακλάται κάποιο βαθύτερο πρόβλημα.

Ειδικότερα, καθώς τα πρώτα λεπτά εκδήλωσης της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς είναι σημαντικά, ο καθηγητής καλείται να ακολουθήσει μία σειρά ενεργειών κατά την εκδήλωση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς. Αρχικά η παρέμβαση μπορεί να είναι έμμεση χωρίς να διακοπεί η ροή του μαθήματος. Ενδείκνυται να επιχειρηθεί η οπτική επαφή με το παιδί, να πλησιάσει ο εκπαιδευτικός το θρανίο του ή να αναφερθεί το όνομά του στη ροή του λόγου. Πιο άμεσα μπορεί να εμπλέξει τον μαθητή σε μία ερώτηση ή να του αναθέσει μία εργασία. Σε κάθε περίπτωση η παρέμβαση να είναι λακωνική και να υποδεικνύει με σαφήνεια ποια εντολή πρέπει να εκτελέσει ο μαθητής.

Αν η συμπεριφορά είναι επαναλαμβανόμενη, ο εκπαιδευτικός έχει τη δυνατότητα να εκφράσει την απορία του για αυτή ή να χρησιμοποιήσει την τεχνική της λεπτής ειρωνείας, αρκεί να είναι αόριστη χωρίς να αναφέρεται στον άτακτο μαθητή. Αν η συμπεριφορά επιμένει, μία επιτιμητική ματιά και μία σύντομη λεκτική επίπληξη πιθανόν να αποκαταστήσουν την τάξη. Στο διάλειμμα ο καθηγητής μπορεί να προσεγγίσει με νηφαλιότητα το παιδί σε έναν ουδέτερο χώρο, χωρίς ανακριτική διάθεση αλλά με στάση που να αντανακλά τη σοβαρότητα της κατάστασης. Φυσικά, μπορεί να ζητήσει αποφασιστικά διευκρινήσεις.

Αναφορικά με τις τιμωρίες, είναι σκόπιμο να γίνει ξεκάθαρο στο μαθητή ότι είναι η έσχατη λύση και δε συνεπάγεται ευχαρίστηση για τον εκπαιδευτικό. Η σωματική τιμωρία ή οι προσβολές με αποδέκτη το μαθητή δεν πρέπει να εφαρμόζονται σε καμία περίπτωση. Αποτελούν αναχρονιστικές μεθόδους που ανήκουν στο παρελθόν. Ούτε η αποβολή είναι καρποφόρα ποινή, καθώς στη συνείδηση του μαθητή συχνά είναι επιδιωκόμενη, ώστε να αποφύγει το μάθημα και συνάμα εγείρει ενστάσεις για την ασφάλεια του μαθητή. Μη αποδεκτή πρακτική είναι και η επιπρόσθετη εργασία, επειδή ενισχύει το συναίσθημα καταπίεσης από τα μαθήματα. Αντιθέτως, χρειάζεται να καταστεί σαφές στο μαθητή ότι η τιμωρία είναι το φυσικό αποτέλεσμα της αταξίας και ότι η επίπληξη αφορά την πράξη και όχι τον ίδιο. Η ποινή που σχετίζεται με το επεισόδιο ακόμα και αν δεν είναι αρεστή, θα θεωρηθεί δίκαιη. Τέτοιες ποινές περιλαμβάνουν τους περιορισμούς στη συμπεριφορά και τα προνόμια του μαθητή και την αποπομπή του από την ομάδα, όχι όμως από την τάξη. Προαπαιτούμενα για να προχωρήσει ο εκπαιδευτικός στην επαναφορά του μαθητή είναι η δεσμευτική του υπόσχεση ότι δε θα επαναλάβει την «εκρηκτική» συμπεριφορά και η αποκατάσταση τυχόν ζημιών. Μία άλλη πρακτική είναι η «κοινωνική εργασία», για παράδειγμα ο εξωραϊσμός του προαύλιου χώρου, καθώς θα βοηθήσει τον «άτακτο» μαθητή να αποφορτιστεί από την ένταση. Επιπρόσθετα, με αυτόν τον τρόπο θα εισπράξει θετικά σχόλια για την προσπάθειά του, με αποτέλεσμα να νιώσει ότι γίνεται αποδεκτός από τη σχολική κοινότητα. Σε κάθε περίπτωση, ο καθηγητής οφείλει να επιλέγει ποινές με παιδαγωγικό και συμμορφωτικό χαρακτήρα και να τεκμηριώνει λογικά την επιβολή τους. Οι ποινές είναι απαραίτητο να ταιριάζουν στο αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού και να μη διαταράσσουν την ψυχική του υγεία ή το αίσθημα ασφάλειας και δικαιοσύνης.

Η διαχείριση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς στην τάξη δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά όταν απουσιάζουν θεσμοθετημένοι φορείς διαμεσολάβησης εντός του σχολείου και ο εκπαιδευτικός νιώθει εκτεθειμένος. Ορισμένα αρνητικά επεισόδια μπορούν να αντιμετωπίζονται στην τάξη, αφού έχουν μικρό αντίκτυπο. Για σοβαρές αντικοινωνικές συμπεριφορές απαιτείται οργανωμένη και ολιστική αντιμετώπιση. Είναι σημαντικό ο σύλλογος διδασκόντων και ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων να συνεργάζονται στενά, ώστε να δημιουργηθούν προγράμματα πρόληψης μη αποδεκτών συμπεριφορών αλλά και να υιοθετηθούν πρακτικές που θα καταστήσουν το σχολείο περισσότερο ελκυστικό για τα παιδιά, είτε αυτό περιλαμβάνει τη βελτίωση των υποδομών του, είτε δημιουργικές δραστηριότητες (π.χ. πολιτιστικές/αθλητικές εκδηλώσεις, περιβαλλοντική ομάδα, κλπ.)  εντός του σχολικού προγράμματος. Με αυτόν τον τρόπο θα ενισχυθεί η αυτενέργεια και η ευρηματικότητα των μαθητών και θα προωθηθεί η αλληλεπίδραση όλων των μελών της σχολικής κοινότητας. Έτσι θα καλλιεργηθεί μία δημιουργική και ευχάριστη σχέση μεταξύ τους, αλλά και το σχολείο θα αποκατασταθεί στη συνείδηση των μαθητών.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.